Από την κοσμική ύλη στις τροχιές της ύπαρξης

Η μορφοποίηση είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τις τέχνες και τις παραδόσεις των μεσογειακών πολιτισμών. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα, η μορφή έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον επικοινωνιακό χαρακτήρα των περισσοτέρων περιόδων της τέχνης, όχι τόσο για τα σημαίνοντα, όσο για τα σημαινόμενά της. O εικονισμός άλλωστε, ακόμη και στις πιο ρεαλιστικές μέχρι και βεριστικές του εκδοχές, δεν στόχευσε ποτέ στην αυτοδυναμία, στον ναρκισσισμό και στον ανταγωνισμό με την ψευδαισθητική πραγματικότητα, που ούτως ή άλλως κι αυτή είναι ρευστή και φευγαλέα. Μέσα στους όρους της καλλιτεχνικής του ύπαρξης ο εικονισμός της μορφής δεν περιλαμβάνει στην καταγωγική του ιστορία, αλλά ούτε και σήμερα ακόμη υιοθετεί την απλή μίμηση, παρά μόνο τις πιθανότητες και δυνατότητες που οι τρόποι της διαθέτουν, ως μέσα έκφρασης, προκειμένου η «εικόνα» να υποδείξει, διαμέσου αυτών, φαινόμενα ή καταστάσεις.

 

Έφτασε μάλιστα η εικόνα να λάβει σημαντικές και τραγικές διαστάσεις, από τα τέλη του 8ου μέχρι και τις αρχές του 9ου μ.Χ. αιώνα, με αιματηρές μάλιστα συγκρούσεις, -κατά την περίοδο της βυζαντινής εικονομαχίας, - με επικράτηση εντέλει των εικονολατρών, που διατράνωσαν τότε την πίστη τους, αναφορικά με τα εννοούμενα της εικόνας, γεφυρώνοντας έτσι το ορατό με το αθέατο.

 

Από τα χρόνια εκείνα κι ύστερα, κύλησαν πολλοί αιώνες, με την μορφή να χάνει στην κοσμική ζωγραφική τον λατρευτικό της χαρακτήρα, χωρίς ωστόσο να απεμπολεί τις μεταφορικές της ικανότητες, πάντοτε εξαρτώμενες από τους τρόπους χρήσης καθενός δημιουργού.

 

Γνωρίζουμε πως η τέχνη, με τον καιρό, εμπλούτισε τις προσεγγίσεις, τις αναδιφήσεις και τις εμβαθύνσεις της γλώσσας της, επικεντρωνόμενη στους όρους πλέον σύστασης της ίδιας της μορφής και στα γνωρίσματα του επικοινωνιακού της λόγου. Μέσα από τα νεωτεριστικά κινήματα, η φόρμα αναλύθηκε, αποδομήθηκε και ανασυστάθηκε με βάση τις στοιχειακές της μονάδες, ανεξαρτητοποιούμενες από τις σημασίες τους και ανασυγκροτούμενες μέσα από νέες συνθετικές αρχές, στις οποίες άλλωστε αποτυπώθηκαν και όλες οι περιπέτειες του μοντερνισμού.

 

Σήμερα διαπιστώνουμε πως μετά τον κατακερματισμό και την διάλυση της μορφής, αυτή επανέρχεται με διαφορετικές συνθήκες και από διαφορετικές διαδρομές στο εικαστικό προσκήνιο. Η επαναφορά της διαμηνύει λειτουργίες γύρω από τον τρόπο και τον λόγο της ύπαρξής της, που σχετίζονται με αναφορές και αναγωγές, με συνδηλώσεις και χειρισμούς της παρουσιαζόμενης κάθε φορά πραγματικότητας που υπαγορεύει και τα πεδία στα οποία η μορφοποίησή της παραπέμπει.

 

Η Αλίκη Ρήγου ανήκει στη νέα γενιά των εικαστικών δημιουργών, έχοντας μέχρι σήμερα διαμορφώσει σειρές έργων που εντυπωσιάζουν για την υποβλητικότητά τους, για την συνθετότητα των υλικών και του χειρισμού τους, καθώς και για την προσεγμένη τους τεχνική αρτιότητα, με την εμψύχωση την οποία της προσδίδει η δημιουργός, διεγείροντας την αμεσότητα του συναισθήματος, με απομάκρυνση κάθε εγκεφαλισμού.

 

Τα μεικτά υλικά της ζωγράφου αποτελούνται από χρώματα σε σκόνες, σε άλλα πάλι έργα με ακουαρέλα ή ακρυλικά, συμπληρωνόμενα με άμμο, κόλλες και φυσικά ορυκτά, τα οποία η Αλίκη Ρήγου επεξεργάζεται με έναν προσωπικό της τρόπο, έτσι ώστε το ένα να αναδεικνύει το άλλο κι όλα μαζί, (κατάλληλα εναρμονισμένα ή αντιπαρατιθέμενα), να καλλιεργούν την ατμόσφαιρα του συνόλου, πίσω απ’ το οποίο υπάρχει μελετημένος δομικός σχεδιασμός.

 

Η εικαστική γραφή, στα συγκεκριμένα έργα, συνδυάζει την ελευθερία της εξπρεσιονιστικής χειρονομίας με μινιμαλιστικά γνωρίσματα, ενώ οι όποιες ρεαλιστικές αναφορές ή τα αναγνωριστικά σημάδια που αποτυπώνονται στις ιδιαιτερότητες της σύνθεσής της, λειτουργούν ως αφετηρίες της φαντασίας, οδηγώντας το βλέμμα του θεατή στην εμβάθυνση όσων τα θέματά της υπαινίσσονται ή αποκαλύπτουν.

 

Υπαρξιακά ερωτήματα γύρω από τη φύση της ζωής και των μεταμορφώσεών της, διατρέχουν κάθε έργο της Αλίκης Ρήγου, που με τις δομοσχεδιαστικές, τις φωτοχρωματικές και τις αναγλυφικές του ιδιαιτερότητες, αποδίδει φάσματα δράσεων αντλημένα θαρρείς από μεγακλίμακες που εμφανίζονται στο πεδίο της όρασης ως αποσπασματικά στιγμιότυπα μικρόκοσμων, ενώ ισχύει και το αντίστροφο.

 

Η ζωγραφική της δεν είναι με την στενή έννοια απεικονιστική, δεσμευόμενη απ’ την πραγματικότητα που την εμπνέει, ούτε ανταγωνίζεται την αληθοφάνειά της, προκειμένου οι μορφές της να γίνουν πειστικές. Ο ορίζοντας της ζωγράφου είναι περισσότερο εσωτερικευμένος, καθώς μέσα από την χροιά και την υφή των υλικών της, διεγείρει την παραδοξότητα της συμβίωσης ετερογενών στοιχείων που ωστόσο ενσωματώνουν και ενοποιούν την δράση με την αίσθηση μιας πάλλουσας και διαρκώς κινούμενης ή αναμορφωνόμενης πραγματικότητας. Μιας πραγματικότητας που αφενός παραπέμπει στο συλλογικό ασυνείδητο κι αφετέρου σε εξατομικευμένες καταστάσεις μιας θέασης, η οποία υπερβαίνει τα ορατά.

 

Οι επιφάνειες σύνθεσης διεργασιών των υλικών και της χειρονομίας της Αλίκης Ρήγου καταργούν την προοπτική , παραχωρώντας τη θέση τους σε μια χωροπλαστική δίνη, εκεί όπου κάθε μόρφωμα εμφανίζεται ενεργειακά καταλυτικό για τον περίγυρό του, ενώ ταυτοχρόνως υπόκειται στην νομοτέλεια κάποιας τροχιάς, γαλαξιακού, θα λέγαμε, χαρακτήρα. Όσο για τον μικρόκοσμο της υφής των επιφανειών, αυτός αναδεικνύει τονικά χρώματα, απτότητα και αντανακλάσεις, παραμένοντας πάντοτε ανεξερεύνητος και συνεχώς μεταμορφωνόμενος από σώμα της ύλης σε ιδιότητα της υπέρβασής της.

 

Οι αναγλυφοποιημένες επιφάνειες μετατρέπονται σε «τοπία» μιας ομιλητικής αποσπασματικότητας που εμπεριέχει συγκρούσεις, συγχωνεύσεις, συναιρέσεις και συνεχόμενες «χημικές» αναδράσεις ενός εξελικτικού «μεγάκοσμου», που δεν διακρίνει κανείς ούτε την αρχή, ούτε το τέλος του, παρά μόνο την υποθετική μερικότητα των όψεών του, τους δραστικούς ρυθμούς που τον διατρέχουν και τις διαδικαστικές επιπτώσεις που υφίστανται οι ποικίλες αλλαγές μιας μορφοπλασίας. Η μορφοπλασία αυτή συγκροτείται την ίδια στιγμή που διαλύεται, αφήνοντας απολογητικά στο προσκήνιο της θέασης τον ίδιο τον «μηχανισμό» παρουσίας της να λειτουργήσει, μέσα από τις εννοιολογικές του πάντοτε αμφισιμίες.

 

Στα έργα της Αλίκης Ρήγου το φως και το χρώμα συνιστούν ένα ισοδύναμο κλάσμα με αριθμητή την φορά και παρονομαστή τη δυναμική της γραφής, ενώ ο χώρος παραπέμπει στο χρόνο. Κάθε έμφαση άλλωστε στην χειρονομιακή ζωγραφική, προϋποθέτει την αποδοχή της εκδίπλωσης των διαδικασιών της στον χρόνο, παρ’ ότι το αποτύπωμα της χειρονομίας εμφανίζεται ως στιγμιαία υποδήλωση. Μια υποδήλωση που μορφικά και χρωματικά παρουσιάζεται ως φάσμα εσωτερικά εξελισσόμενο και παράδοξο ή ως εξωτερικευμένο εικαστικό «θεώρημα» και γέννημα της φαντασίας, με απροσμέτρητη διάρκεια.

 

Ψήγματα ύλης, ανάλογα με την απόσταση που τα παρατηρεί κανείς στα έργα της Αλίκης Ρήγου, λειτουργούν ως κοσμικός κονιορτός με διάττοντες αστεροειδείς, άλλοτε πάλι παρουσιάζονται ως ψηφίδες ενός αμφιρρέποντος λαβυρίνθου με πληθώρα συσχετισμών. Τα ψήγματα ή οι ψηφίδες, ανάλογα με τις συναρτήσεις τους, τις αναμεταξύ τους έλξεις ή τις απώσεις, τις εντάσεις ή τις υφέσεις τους, μπορούν να δημιουργήσουν μορφές. Εκείνο που σίγουρα δημιουργούν ωστόσο είναι ένα μορφογενετικό πεδίο, του οποίου η χωροπλασία παράγει εμφανέστερες φόρμες ή αδιόρατα ίχνη τους, μέσα απ’ όπου εκκολάπτεται το αίνιγμα της οντολογίας, συνδυαζόμενο με υπαρξιακά ερωτήματα.

 

Η Αλίκη Ρήγου δεν ξεκινά, όπως οι περισσότεροι ζωγράφοι από την μορφή για να την αποδομήσει, φτάνοντας με απαγωγικές αφαιρέσεις στα συστατικά των αρχών της. Το δικό της σύμπαν είναι κινούμενο και ανακαθοριζόμενο, γι΄ αυτό κι εκείνη ξεκινά να το εκφράζει μέσα από την δυναμική των δονήσεών του και τις κυκλοφοριακές ρευστές του συνθήκες που προς στιγμήν παγιώνονται, ενώ έχουν ήδη αποκαθηλωθεί από τις ταυτοσημίες τους, τους χαρακτηρισμούς τους και τις λοιπές τους δεσμεύσεις. Οι μορφές της άλλωστε λειτουργούν ως σημάδια αναχώρησης και εφαλτήρια για την φαντασία του θεατή. Είναι περιδινούμενες και ταυτοχρόνως μετέωρες, προσεγγίσιμες και την ίδια ώρα απροσπέλαστες.

 

Η εικονοποίηση που παρατηρούμε στα έργα της Αλίκης Ρήγου, διαμορφώνει εντέλει μια ατμόσφαιρα υποβλητική για την παρουσίαση της «ποιητικής συνθήκης» μιας «μορφογραφής», που αφενός αναπτύσσεται στις δύο διαστάσεις, αφετέρου εντέλλεται πολύ περισσότερες. Από τα σημάδια που αφήνει στις διαδρομές της ή από τα συντρίμμια που με τις στρωματογραφίες ή τις επαλληλίες της αναστοιχειοθετεί, ξαναζωντανεύει «ιστορίες» απολιθωμάτων ή των ξαναγεννημένων εμφανίσεών τους, στα κοσμοδρόμια μιας ψυχικής ενδοχώρας.

 

Αθηνά Σχινά

© 2015 created by linkart

Transformation-VI

30X35cm